ἄντηστις

ἄντηστις
Grammatical information: ?
Meaning: `confronting'; only in κατ' ἄντηστιν θεμένη περικαλλέα δίφρον (υ 387).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: From ἄντην ἵστασθαι, with ἄντη- as first member. The second member is the zero grade -στ- with suffix -ι-, cf. ἔξαστις \< *ἔξ-αν-στ-ις. Bechtel Lex. s. v.
Page in Frisk: 1,113

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄντηστις — confronting fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄντηστιν — ἄντηστις confronting fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάντηστιν — (Α) επίρρ. απέναντι, καταντικρύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρ. κατ ἄντηστιν, αιτ. τού ουσ. ἄντηστις «αντίσταση»] …   Dictionary of Greek

  • προμνηστίνοι — αι, οἱ, αἱ, ΜΑ (επικ. τ.) 1. οι αλλεπάλληλοι 2. (κατά τον Ησύχ.) «προμνηστῑναι ἐπὶ μίαν ἀπὸ τοῡ προσμένειν» 3. (κατά το λεξ. Σούδα) «προμνηστῑνοι κατὰ τάξιν, ἐφεξῆς». [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά μία άποψη, η λ. έχει σχηματιστεί από αμάρτυρο τ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.